Το ρίσκο της Νέας Αριστεράς

ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗΝ ΕΚΛΟΓΗ ΤΟΥ ΑΛ. ΤΣΙΠΡΑ ΣΤΗΝ ΠΡΟΕΔΡΙΑ ΤΟΥ ΣΥΝ

της Αγγελική Παπάζογλου, κοινωνιολόγου, μέλους της ΚΠΕ του ΣΥΝ

Η εκλογή του Αλ. Τσίπρα στην ηγεσία ενός -αριστερού εν προκειμένω- κοινοβουλευτικού κόμματος με δεδομένο το νεαρό της ηλικίας του αποτελεί σήμερα κυρίαρχο στοιχείο σχολιασμού από τα μ.μ.ε, τους επικοινωνιολόγους αλλά και τους πολιτικούς επιστήμονες ως ένα παράδοξο και πρωτοφανές για τα ελληνικά δεδομένα παράδειγμα που φέρει ωστόσο, εάν δεν εξαντλείται σε life style επιλογές, την ανανεωτική «αύρα» που έχει ανάγκη το πολιτικό σύστημα λειτουργώντας ως καταλύτης για την προοπτική και των υπολοίπων κομμάτων.

Διερωτάται κανείς γιατί προκαλεί τόσο ζωηρό ενδιαφέρον η συγκεκριμένη εκλογή και τι πραγματικά εκφράζει. Θα μπορούσαμε να επισημάνουμε, χωρίς να πρωτοτυπούμε, ότι αυτό το «κάτι» που έχει η συγκεκριμένη εκλογή εστιάζεται ακριβώς στο νεαρό της ηλικίας του εκλεγέντος καθώς και στην υπέρβαση της κομματικής επετηρίδας, ειδικά σε ένα κόμμα της Αριστεράς που οι δημόσιες θέσεις και τα αξιώματα είναι σαφέστατα λίγα σε αριθμό και εκ των πραγμάτων αποκλείονται από αυτά πολλά και ικανά στελέχη. Η «λοιδωρία» με την οποία αντιμετωπίστηκε αρχικά το ίδιο πρόσωπο όταν επιλέχθηκε ως επικεφαλής της δημοτικής κίνησης Ανοιχτής Πόλης έχει ανεπιστρεπτί παρέλθει, διότι κατάφερε αυτό το εγχείρημα που σηματοδοτείται εκ των πραγμάτων από τον επικεφαλής υποψήφιο δήμαρχο, να δημιουργήσει τους όρους μιας νέας πολιτικής και αισθητικής παρέμβασης στο χώρο της τοπικής αυτοδιοίκησης με φρέσκο, νεανικό και συγκρουσιακό στίγμα. Το γεγονός αυτό κατέδειξε ότι ο πολιτικός λόγος του Αλ. Τσίπρα είναι «μπολιασμένος» με τη ριζοσπαστικότητα των κοινωνικών κινημάτων (της Γένοβας, του Φόρουμ, της γενιάς του άρθρου 16, του κινήματος για τους ελεύθερους χώρους και τις παραλίες κ.α.). Ο λόγος αυτός έφερε στο πολιτικό προσκήνιο, προ διετίας περίπου, σε κεντρική θέση μια γενιά που ήταν πολιτικά περιθωριοποιημένη.

Αποτελεί άραγε το «φαινόμενο Τσίπρα» ένα σύγχρονο μιντιακό κατασκεύσμα τύπου life-style; Από τα παραπάνω, γίνεται νομίζουμε σαφές, ότι η συγκεκριμένη περίπτωση στελέχους, η οποία συνδέεται ταυτόχρονα με την ίδια την φάση αναδιαμόρφωσης της αριστερής ταυτότητας του Συνασπισμού τα τελευταία χρόνια, δεν αποτελεί ένα μιντιακό προϊόν μιας χρήσης. Αυτό βέβαια καθόλου δεν αμβλύνει το γεγονός ότι τα μ.μ.ε προσπάθησαν και εξακολουθούν να προσπαθούν να ερμηνεύσουν και να προβάλλουν τη συγκεκριμένη εκλογή με στοιχεία μάρκετινγκ και καταναλωτισμού τονίζοντας, δηλαδή, περισσότερο ή κυρίως στοιχεία που έχουν να κάνουν με ένα δήθεν άνευρο απολίτικο λόγο, την εν γένει εμφάνιση και το νεανικό στυλ ως εμπορεύσιμο αγαθό, τη δημιουργία «Τσίπρα» από παρθενογέννηση κόντρα και σε αντιδιαστολή με τις παραδόσεις της Αριστεράς επιχειρώντας να τονίσουν την λαϊκιστική τάση απαξίωσης των παλαιών αριστερών κομματικών στελεχών και της εγκυρότητας του «παλαιοκομματικού» αριστερού λόγου μέσα σε ένα μεταμοντέρνο πολιτικό σκηνικό.

Πέραν, όμως, από τη μερίδα των πολιτικών αναλυτών και των δημοσιογράφων, βλέπουμε να τοποθετείται με θετικό τρόπο προς την εκλογή του Αλ. Τσίπρα σε συντριπτικό ποσοστό το σώμα του 5ου συνεδρίου του ΣΥΝ αλλά και η κοινωνία, η οποία, μέσω των δημοσκοπήσεων, καταγράφει μια σημαντική προς αυτόν αποδοχή. Είναι μόδα αυτή την περίοδο ο ΣΥΝ και ο νεοεκλεγείς πρόεδρος του; Όσο είναι «μόδα» η απογοήτευση της κοινωνίας από την ανυποληψία προσώπων, τη κρίση θεσμών και αξιών, την δεξιόστροφη νεοφιλελεύθερη πολιτική που περιθωριοποιεί μεγάλα στρώματα της κοινωνίας, οδηγεί στην οικολογική υποβάθμιση προς όφελος των αγορών και του κέρδους, υποχρηματοδοτεί (παιδεία, υγεία, πολιτισμός) και ξεπουλάει (λιμάνια, ενέργεια, επικοινωνίες) το δημόσιο τομέα, απειλεί τα ατομικά δικαιώματα και υπονομεύει και υποσκάπτει το νομικό μας πολιτισμό. Όσο κουκουλώνει υποθέσεις που προκαλούν το δημόσιο αίσθημα (Πακιστανοί, ομόλογα, υποκλοπές, Κουκοδήμος-Κλαδάς) καλλιεργώντας το αίσθημα της ανοχής και της ατιμωρησίας, την αντίληψη ότι υπάρχουν πολίτες δύο ταχυτήτων απέναντι στο νόμο καταργώντας με αυτό τον τρόπο κάθε έννοια ακόμη και τυπικής ισότητας. Η διαπλοκή, η αδιαφάνεια και η αναξιοκρατία γίνονται συνώνυμα των συντηρητικών νεοφιλελεύθερων πολιτικών, εκφράζουν παρακμιακά φαινόμενα του ήδη δοκιμαζόμενου δικομματισμού.

Όλα τα παραπάνω υποδηλώνουν σ’ ένα βαθμό μια προδιάθεση των πολιτών να υποδεχτούν μια λύση διαφορετική, ριζοσπαστική και συγκρουσιακή όπως προσπαθεί να εκφράσει και να νοηματοδοτήσει ο χώρος της ριζοσπαστικής Αριστεράς (του ΣΥΝ και του ΣΥΡΙΖΑ). Ο Αλ. Τσίπρας αποτελεί, σε αυτό το πλαίσιο, ένα άφθαρτο πρόσωπο από άποψη δημόσιας εικόνας, προπομπό του καυστικού ριζοσπαστικού λόγου των κοινωνικών κινημάτων και της κοινωνικής διαμαρτυρίας αλλά και της αναδιάταξης της πολιτικής ατζέντας που έχει αποφασιστεί στον ΣΥΝ ήδη από το προηγούμενο συνέδριο με την ενίσχυση των αριστερών ριζοσπαστικών χαρακτηριστικών, την ανασύσταση και λειτουργία του ΣΥΡΙΖΑ. Η μαχητική προβολή μιας ατζέντας της Αριστεράς το προηγούμενο διάστημα δημιούργησε μια νέα εμπιστοσύνη, προσδοκία και αξιοπιστία πρωτίστως στον ανένταχτο χώρο της Αριστεράς.

Υπ’ αυτή την έννοια, η εκλογή Τσίπρα μπορεί να ειδωθεί σε συνάρτηση με την ανοδική πορεία που εμφανίζει ο ΣΥΝ αφού αποτελεί συνειδητή επιλογή του ίδιου του οργανωμένου του χώρου ενώ ταυτόχρονα η ανάδειξή του λειτουργεί ενισχυτικά αυτής της ανοδικής τάσης εμβαθύνοντας την ανανεωτική και ριζοσπαστική ταυτότητα του ΣΥΝ σε σχέση με παρελθούσες αντιφατικές επιλογές και κατευθύνσεις.

Κυρίως όμως «γειώνει» ακόμη περισσότερο την επικοινωνία της Αριστεράς στο κόσμο της νεολαίας, τις ανησυχίες της οποίας προσπαθεί να εκφράσει. Η νεολαία δεν είναι a priori ούτε συντηρητική ούτε προοδευτική αλλά υφίσταται τις συνέπειες της βαθιάς κρίσης των θεσμών που καθορίζουν το μεταβατικό στάδιο ένταξής της στην κοινωνία γεγονός που διαμορφώνει ένα καθεστώς εν δυνάμει «έντασης» μεταξύ νεολαίας-κοινωνίας αφού η τελευταία δεν δύναται να ικανοποιήσει πρωταρχικές της ανάγκες (για δημιουργική απασχόληση, ουσιαστική εκπαίδευση, χειραφέτηση από την οικογένεια κλπ), δηλαδή δεν μπορεί να «οργανώσει» την δημιουργική τους ένταξη στην κοινωνία και την παραγωγή.

Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να ειπωθεί ότι η επιλογή Τσίπρα για μην λειτουργήσει ως ένα «πυροτέχνημα» της πολιτικής θα πρέπει να συνδεθεί με το αίτημα έκφρασης και εκπροσώπησης της νέας γενιάς λειτουργώντας ως μια «μεταπολίτευση από τα κάτω», όπως χαρακτηριστικά, άλλωστε, ανέφερε και ο ίδιος στον συνεδριακό του λόγο. Πρέπει, με άλλα λόγια, να συνδεθεί και να εκφράσει με δυναμικό τρόπο τη διεκδίκηση μεριδίου άσκησης της πολιτικής στη κεντρική πολιτική σκηνή από την ίδια τη νεολαία η οποία διαρριγνύοντας τους δεσμούς εξάρτησης από παλιότερες γενιές να κατακτήσει τους όρους της δικής της πολιτικής αυτονομίας και ωρίμανσης και να λειτουργήσει ως προπομπός κοινωνικών αλλαγών.

Εδώ έγκειται, κατά τη γνώμη μας, και η ουσιαστική διαφορά που δημιουργείται με την εκλογή Τσίπρα και τις ανακατάταξεις που αυτή προκαλεί στο πολιτικό σύστημα: μέχρι σήμερα, η νεολαία είτε ακολουθούσε τις λογικές του ατομικισμού και της ιδιώτευσης υποτασσόμενη στο καταναλωτικό μοντέλο, είτε αντιμετώπιζε κατ’ μόνας την περιθωριοποίηση από τη πολιτική σφαίρα αποστρεφόμενη την πολιτική, είτε στην καλύτερη περίπτωση, επέλεγε να δράσει συλλογικά (κυρίως μέσω του φοιτητικού κινήματος) στο επίπεδο των κοινωνικών κινημάτων. Οι σημερινοί πολιτικοποιημένοι νέοι δεν είναι η συνέχεια της ΚΝΕ ή του Ρήγα, δεν εστιάζουν στη διάσπαση του ’68 την πολιτική τους αντιπαράθεση, έχουν ένα νέο πεδίο αντιθέσεων, αξιών και διακυβευμάτων να αντιπαλέψουν και να επιλέξουν.

Με την εκλογή Τσίπρα δημιουργούνται για πρώτη φορά οι όροι να λειτουργήσει ως καταλύτης μιας πολιτικοποιημένης γενιάς που μπορεί να διαχειριστεί τη κοινωνική διαμαρτυρία μετασχηματίζοντας την σε ένα σύγχρονο, πειστικό, αριστερό λόγο με αιχμές και διεκδικήσεις πιστεύοντας, όπως άλλωστε και οι παλιότερες γενιές νέων, που «στιγμάτισαν» με τη δράση τους τον ιστορικό χρόνο, στο αίτημα της κοινωνικής αλλαγής.

Ήταν ακριβώς αυτό το αίτημα της κοινωνικής αλλαγής που στο πλαίσιο του διεθνούς κλίματος του Ψυχρού Πολέμου και του διπολισμού «ενέπνεε», κατά το παρελθόν, τους κοινωνικούς αγώνες και τα κινήματα της νεολαίας δημιουργώντας την ισχυρή πεποίθηση για το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας σε ορατό μέλλον. Με το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού και την επικράτηση του νεοφιλελεύθερου καπιταλιστικού παραδείγματος περάσαμε ήδη είκοσι χρόνια που η πίστη στο αίτημα της κοινωνικής αλλαγής και η «απουσία διήγησης για το μέλλον» από την Αριστερά, σύμφωνα με τον Γ. Μοσχονά εγκλώβισε τους νέους και τους εργαζόμενους από το να εκφράσουν με πειστικό τρόπο την κοινωνική τους διαμαρτυρία.

Τα αντιπαγκοσμιοποιητικά κινήματα αλλά και η κρίση του καπιταλιστικού μοντέλου στην ίδια την μητρόπολη του καπιταλισμού, την Αμερική, δημιουργούν όλο και περισσότερο τη συνείδηση ότι ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός λειτουργώντας συσπειρωτικά και νοηματοδοτώντας τους νέους κοινωνικούς αγώνες για την αλλαγή των πολιτικών και κοινωνικών συσχετισμών.

Μ’ αυτή την έννοια η ανάγκη για πολιτική παρουσία της νέας γενιάς στο κεντρικό πολιτικό σκηνικό και στην ηγεσία των κομμάτων μετασχηματίζεται σε απαίτηση και εντάσσεται εν δυνάμει στην προοδευτική πολιτική αναζήτηση μιας νέας Αριστεράς. Οι διεργασίες δε αυτές, όπως δείχνουν οι πρόσφατες έρευνες της κοινής γνώμης που πάντοτε όμως έχουν ένα συγκυριακό χαρακτήρα, εγγράφονται και στην αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων σε βάρος του δικομματισμού και υπέρ της κοινωνικής και πολιτικής Αριστεράς.


Δημοσιεύθηκε στα Ενθέματα της Κυριακάτικης Αυγής, 24.2.2008

Advertisements
This entry was posted in Aρθρα-Aπόψεις. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s